Καυσόξυλα:Πόσο πληρώνουμε και πόσο ζεσταινόμαστε-Ποια τα λάθη με τη χρήση τους-Ποια καίνε περισσότερο

Το τζάκι καίει, τα ξύλα τελειώνουν, αλλά η ζέστη στο σπίτι δεν είναι αυτή που περιμένατε; Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στα ίδια τα καυσόξυλα. Το είδος τους, η υγρασία που περιέχουν και ο τρόπος αποθήκευσής τους επηρεάζουν καθοριστικά την απόδοση της φωτιάς.

Η σωστή επιλογή δεν αφορά μόνο το πόσο εύκολα ανάβει ένα ξύλο, αλλά και το πόση ώρα διαρκεί η καύση του. Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Γιώργος Μαντάνης, καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, άλλα είδη είναι κατάλληλα για προσάναμμα και άλλα για να συντηρούν τη φωτιά για περισσότερη ώρα.

Γιατί τα ξύλα που αγοράζετε μπορεί να μη ζεσταίνουν αρκετά

Ένα από τα βασικά σημεία που χρειάζονται προσοχή είναι η υγρασία των καυσόξυλων. Τα «χλωρά» ξύλα δεν καίγονται όπως τα καλά ξεραμένα, με αποτέλεσμα η φωτιά να μην αποδίδει την αναμενόμενη θερμότητα.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, η υγρασία των καυσόξυλων πρέπει να βρίσκεται γύρω στο 20%. Αντίθετα, όταν αγοράζονται φρεσκοκομμένα ξύλα μέσα στον χειμώνα, μπορεί να ξεπερνά ακόμη και το 50%.

Γι’ αυτό η προμήθεια καλό είναι να γίνεται έγκαιρα, κατά προτίμηση το καλοκαίρι και έως τα μέσα Σεπτεμβρίου, ώστε να υπάρχει χρόνος για την ξήρανσή τους. Ωστόσο, η εποχή αγοράς από μόνη της δεν αρκεί: σημασία έχει σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα ξύλα και πώς έχουν φυλαχθεί.

Ποια καυσόξυλα κρατούν περισσότερο τη φωτιά

Ανάμεσα στα συνηθέστερα είδη που χρησιμοποιούνται στη χώρα μας είναι η δρυς, το πουρνάρι, η ελιά και η οξιά. Ο κ. Μαντάνης ξεχωρίζει τη λευκή δρυ, το πουρνάρι και την ελιά ως ιδιαίτερα καλές επιλογές.

Η δρυς προτιμάται για τη μεγάλη διάρκεια καύσης της και τη σταθερή φλόγα της. Η ελιά χρησιμοποιείται ευρέως στα νησιά, ενώ στις περιοχές κοντά στην Πίνδο συναντάται συχνά η οξιά, καθώς η επιλογή συνδέεται και με τη διαθεσιμότητα κάθε είδους.

Για την κύρια καύση επιλέγονται πυκνά και βαριά ξύλα, όπως η δρυς, η οξιά, η ελιά και το πουρνάρι, που καίγονται με πιο ήρεμη φλόγα και διατηρούν τη φωτιά.

Καλής ποιότητας καυσόξυλα μπορούν επίσης να προέλθουν από την αριά, την κουμαριά και το φιλύκι, καθώς και από οπωροφόρα δέντρα, όπως η μηλιά, η κερασιά και η αμυγδαλιά, σύμφωνα με τον καθηγητή.

Το λάθος στην αποθήκευση που μειώνει την απόδοση

Η επιλογή του κατάλληλου ξύλου δεν αρκεί, εάν στη συνέχεια αποθηκευτεί σε χώρο που δεν το βοηθά να παραμείνει στεγνό.

Τα καυσόξυλα χρειάζονται στεγασμένο και καλά αεριζόμενο χώρο, ενώ προσοχή απαιτεί και η στοίβαξή τους, ώστε να επιτρέπεται η κυκλοφορία του αέρα.

Ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα καλύτερα καυσόξυλα είναι εκείνα που έχουν αποθηκευτεί για περισσότερο από δύο χρόνια και έχουν ξηραθεί επαρκώς. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να υπάρχει απόθεμα για τον χειμώνα, αλλά τα ξύλα να έχουν προετοιμαστεί σωστά για την καύση.

Η φύλαξή τους σε ακατάλληλες συνθήκες μπορεί να υπονομεύσει την απόδοσή τους, ακόμη κι αν έχει επιλεγεί ένα καλό είδος ξύλου.

Άλλο το προσάναμμα, άλλο το ξύλο για τη συνέχεια

Για το άναμμα της φωτιάς χρειάζονται υλικά που αναφλέγονται εύκολα. Λεπτά κλαδιά, μικρά ξύλα ανάμεσα στα μεγαλύτερα καυσόξυλα ή ειδικές πλακέτες προσανάμματος μπορούν να βοηθήσουν στην έναρξη της καύσης.

Ξύλα όπως το πεύκο, το έλατο και η λεύκα αρπάζουν γρήγορα και δίνουν έντονη φλόγα, ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Μαντάνης, μπορεί να «σκάνε».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο δαδί, δηλαδή στο ξύλο πεύκου με μεγάλη συγκέντρωση ρετσινιού, το οποίο χρησιμοποιείται ως προσάναμμα λόγω της ευκολίας με την οποία αναφλέγεται.

Ο ίδιος συνιστά να αποφεύγεται το πεύκο ως κύριο καυσόξυλο, εξαιτίας της μεγάλης ευφλεκτότητάς του και του κινδύνου ανεξέλεγκτης καύσης.

Για τη συνέχεια της φωτιάς, η επιλογή στρέφεται στα πυκνότερα ξύλα. Ρόλο παίζει και το μέγεθος των κομματιών, καθώς, μαζί με το είδος και την υγρασία, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο καίγονται στο τζάκι.

πηγή:todaypress.gr

Share This Article