ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ: Εκτός επίτευξης 22 από τους 23 στόχους του ΟΗΕ, χρηματοδοτικό κενό πάνω από 100 δισ. δολάρια

Με 22 από τους 23 παγκόσμιους στόχους για τη βιοποικιλότητα να βρίσκονται εκτός τροχιάς επίτευξης και με χρηματοδοτικό κενό που ξεπερνά τα 100 δισ. δολάρια ετησίως σε σχέση με τον στόχο του 2030 ξεκίνησε τη 17η Διάσκεψη του ΟΗΕ για τη Βιοποικιλότητα (COP17) στο Ερεβάν της Αρμενίας.

Τέσσερα χρόνια μετά την ιστορική συμφωνία του Μόντρεαλ, οι κυβερνήσεις καλούνται να αποτιμήσουν για πρώτη φορά συλλογικά την πρόοδο των δεσμεύσεών τους. Η εικόνα που προκύπτει από την έκθεση «State of Biodiversity Action» του ΟΗΕ αποκαλύπτει σημαντική απόσταση μεταξύ των πολιτικών εξαγγελιών και των αποτελεσμάτων. Παρά τη διεύρυνση των εθνικών σχεδίων, λιγότεροι από τους μισούς εθνικούς στόχους που αξιολογήθηκαν βρίσκονται εντός χρονοδιαγράμματος.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην προστασία απειλούμενων ειδών. Η υποβάθμιση της βιοποικιλότητας επηρεάζει τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα του νερού, την αγροτική παραγωγή, τη γονιμότητα των εδαφών και την ανθεκτικότητα των υποδομών απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα. Πρόκειται για λειτουργίες από τις οποίες εξαρτώνται άμεσα η οικονομική δραστηριότητα και η επάρκεια βασικών φυσικών πόρων.

Οι δεσμεύσεις του 2030 μένουν πίσω
Η συμφωνία Κουνμίνγκ – Μόντρεαλ, που υιοθετήθηκε το 2022, προβλέπει 23 στόχους για την ανάσχεση και αντιστροφή της απώλειας βιοποικιλότητας έως το 2030. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η προστασία τουλάχιστον του 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών, η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων, η μείωση της ρύπανσης και η μεταρρύθμιση οικονομικών κινήτρων που προκαλούν περιβαλλοντική ζημιά.

Η πρώτη συνολική αποτίμηση δείχνει ότι η πρόοδος δεν επαρκεί για την επίτευξη των 22 από τους 23 στόχους με τον σημερινό ρυθμό εφαρμογής των μέτρων.

Σχεδόν εννέα στις δέκα χώρες έχουν καθορίσει εθνικούς στόχους για τη βιοποικιλότητα αλλά οι δεσμεύσεις τους συχνά καλύπτουν μόνο μέρος των απαιτήσεων του διεθνούς πλαισίου, ενώ η εφαρμογή τους υστερεί.

Ενδεικτική είναι η απόσταση από τον στόχο προστασίας του 30% της ξηράς και της θάλασσας έως το 2030. Με βάση τις υφιστάμενες δεσμεύσεις, οι προστατευόμενες εκτάσεις εκτιμάται ότι θα υπολείπονται του στόχου, ιδιαίτερα στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Πάνω από 100 δισ. δολάρια το ετήσιο χρηματοδοτικό κενό
Η χρηματοδότηση αναδεικνύεται σε ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα των διαπραγματεύσεων. Οι συμμετέχουσες χώρες έχουν δεσμευθεί να κινητοποιούν τουλάχιστον 200 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030 από δημόσιες και ιδιωτικές πηγές για την προστασία της βιοποικιλότητας. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ που παρουσιάζονται ενόψει της COP17, οι διαθέσιμοι πόροι κατά την περίοδο 2023 – 2025 εκτιμώνται μεταξύ 75 και 92 δισ. δολαρίων ετησίως.

Με βάση αυτά τα επίπεδα, η απόσταση από τον στόχο του 2030 κυμαίνεται μεταξύ 108 και 125 δισ. δολαρίων τον χρόνο. Ταυτόχρονα, η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων παραμένει περιορισμένη, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες επισημαίνουν ότι δεν μπορούν να αναλάβουν το κόστος προστασίας οικοσυστημάτων παγκόσμιας σημασίας χωρίς πρόσθετη διεθνή στήριξη.

Στο πλαίσιο αυτό, Ευρωπαϊκή Ένωση προσήλθε στη διάσκεψη υποστηρίζοντας την ενίσχυση της δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης, ενώ εξετάζει και νέους μηχανισμούς προσέλκυσης επενδύσεων στην προστασία της φύσης.

Οι επιδοτήσεις που χρηματοδοτούν την περιβαλλοντική υποβάθμιση
Ακόμη πιο δύσκολη από την εξεύρεση νέων πόρων αποδεικνύεται η ανακατεύθυνση των υφιστάμενων δημόσιων χρηματοδοτήσεων. Η διεθνής συμφωνία προβλέπει τη μείωση των επιδοτήσεων και άλλων οικονομικών κινήτρων που βλάπτουν τη βιοποικιλότητα κατά τουλάχιστον 500 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030.

Πρόκειται για ενισχύσεις που, ανάλογα με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή τους, μπορούν να ενθαρρύνουν την υπερεκμετάλλευση φυσικών πόρων, την αποψίλωση δασών, την υπεραλίευση ή πρακτικές που επιβαρύνουν τα εδάφη και τα υδάτινα οικοσυστήματα.

Η νέα αποτίμηση του ΟΗΕ διαπιστώνει περιορισμένη πρόοδο στην αναγνώριση και μεταρρύθμιση αυτών των κινήτρων.

Η δυσκολία είναι και πολιτική. Η αναθεώρηση μιας επιδότησης μπορεί να επηρεάζει εισοδήματα, παραγωγικές δραστηριότητες και το κόστος συγκεκριμένων προϊόντων. Για τον λόγο αυτό, η μεταρρύθμιση απαιτεί αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αλλά και μέτρα που θα αποτρέπουν δυσανάλογες οικονομικές επιβαρύνσεις.

Το αποτέλεσμα είναι μια αντίφαση που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της COP17 καθώς οι κυβερνήσεις αναζητούν πρόσθετα κεφάλαια για την αποκατάσταση της φύσης, ενώ εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικά κίνητρα που μπορούν να συμβάλλουν στην υποβάθμισή της.

Νερό και γεωργία στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων
Η σύνδεση της βιοποικιλότητας με τη λειψυδρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις μεσογειακές χώρες, όπου οι παρατεταμένες ξηρασίες και η αυξανόμενη πίεση στους υδατικούς πόρους επηρεάζουν ήδη την αγροτική παραγωγή και τα οικοσυστήματα.

Οι υγρότοποι, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι φυσικές πλημμυρικές εκτάσεις συμβάλλουν στη ρύθμιση του κύκλου του νερού, στη συγκράτηση πλημμυρικών απορροών και στη διατήρηση της ποιότητας των υδάτων.

Όταν υποβαθμίζονται, περιορίζονται αυτές οι λειτουργίες και αυξάνεται η ανάγκη για τεχνικές παρεμβάσεις, επενδύσεις αποκατάστασης και πρόσθετη διαχείριση των υδατικών πόρων. Αντίστοιχα, η γεωργία εξαρτάται από την ποιότητα των εδαφών, τη διαθεσιμότητα νερού και τους φυσικούς μηχανισμούς επικονίασης και ελέγχου επιβλαβών οργανισμών. Η απώλεια αυτών των λειτουργιών μπορεί να αυξήσει το κόστος παραγωγής και να επιβαρύνει την ανθεκτικότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας.

Για την Ελλάδα, η συζήτηση συνδέεται με τη διαχείριση των υδάτινων αποθεμάτων, την κατάσταση των λιμνών και των υγροτόπων, τις πιέσεις από τη γεωργική και τουριστική δραστηριότητα και την αποτελεσματικότητα της προστασίας των περιοχών Natura 2000.

Παρά το γεγονός ότι η COP17 δεν πρόκειται να αποφασίσει ειδικά μέτρα για την ελληνική λειψυδρία, αναδεικνύειτη σημασία της διατήρησης των οικοσυστημάτων ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής για την ασφάλεια των υδατικών πόρων.

Οι επιχειρήσεις καλούνται να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση
Η φετινή διάσκεψη επιχειρεί επίσης να ενισχύσει τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Την Δευτέρα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμμετείχε σε ειδική συνεδρία για την ενεργοποίηση του Cali Fund, ενός διεθνούς μηχανισμού που δημιουργήθηκε το 2024. Στόχος του είναι η δικαιότερη κατανομή των οικονομικών ωφελειών που προκύπτουν από τη χρήση ψηφιακών πληροφοριών γενετικών ακολουθιών.

Η πρωτοβουλία αφορά κυρίως επιχειρήσεις της φαρμακοβιομηχανίας, της βιοτεχνολογίας και του αγροδιατροφικού τομέα που αξιοποιούν τέτοιου είδους δεδομένα στην ανάπτυξη προϊόντων. Παράλληλα, στις 27 Οκτωβρίου προγραμματίζεται η παρουσίαση νέας πρωτοβουλίας για τις πιστώσεις βιοποικιλότητας, με στόχο την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.

Το διακύβευμα της COP17
Η διάσκεψη στο Ερεβάν, που θα διαρκέσει έως τις 30 Οκτωβρίου, αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία εφαρμογής της συμφωνίας του Μόντρεαλ.

Οι κυβερνήσεις καλούνται να αποτιμήσουν τις αποκλίσεις από τους στόχους και να καταλήξουν σε μέτρα που θα επιταχύνουν την εφαρμογή των δεσμεύσεων, με βασικά ζητήματα τη χρηματοδότηση, τη μεταρρύθμιση των επιδοτήσεων και την αποτελεσματική προστασία των οικοσυστημάτων.

Με την προθεσμία του 2030 να πλησιάζει, το περιθώριο για νέες καθυστερήσεις περιορίζεται. Η πρόοδος θα εξαρτηθεί από την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων, την υλοποίηση των εθνικών σχεδίων και την εφαρμογή μέτρων με μετρήσιμα αποτελέσματα.
πηγή:insider.gr

Share This Article